ΑΣΤΡΟΧΩΡΙ ΑΡΤΑΣ
Καλώς ήρθατε στο astrohori.5forum.net. Μπορείτε να περιηγηθείτε απεριόριστα στις συζητήσεις και να διαβάσετε όλα τα μηνύματα που φιλοξενούνται. Αν θέλετε να συμμετάσχετε και εσείς στο astrohori.5forum.net, δεν έχετε παρά να εγγραφείτε τώρα! Είναι εύκολο, γρήγορο και δωρεάν.
Αναζήτηση
 
 

Αποτελέσματα Αναζήτησης
 


Rechercher Σύνθετη Αναζήτηση

Πρόσφατα Θέματα
» Βουτανιάδα
Κυρ Νοε 20, 2016 4:23 pm από Σπύρος

» Αναζήτηση συγγενών
Τετ Οκτ 28, 2015 5:17 am από lafias1894

» Αστροχώρι Πάσχα 2014
Τρι Φεβ 10, 2015 4:01 am από ΑΛΚΗΣ

» Πραγματοποίηθηκε η ενημερωτική εκδήλωση για τα Αιολικά Πάρκα στο Δήμο Γ.Καραϊσκάκη
Τρι Φεβ 10, 2015 2:20 am από ΑΛΚΗΣ

» Οροπέδιο στο Αστρί
Παρ Απρ 04, 2014 3:56 am από ΑΛΚΗΣ

» Αστροχώρι κέντρο
Παρ Απρ 04, 2014 3:36 am από ΑΛΚΗΣ

» Φωτογραφίες από Μεσόπυργο
Πεμ Απρ 03, 2014 9:17 pm από ΑΛΚΗΣ

» Ναός Αγίας Κυριακής Αστροχώρι Άρτας
Τετ Μαϊος 15, 2013 12:43 am από ΑΛΚΗΣ

» Πάσχα 2013
Κυρ Μαϊος 12, 2013 7:14 pm από ΑΛΚΗΣ

Η ώρα είναι
Ο καιρός στο Αστροχώρι
ΤΙ ΒΛΕΠΟΥΝ ΟΙ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ
Μοναδικοί Επισκέπτες
Σας αρέσει το Forum??

ΤΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΜΑΣ

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

ΤΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΜΑΣ

Δημοσίευση  Σπύρος Την / Το Παρ Νοε 26, 2010 1:45 am

Α

Αγάνι = η κορυφή του σιταριού με το καρπό

Αγγάζικος = πολύ νευρικός

Αγγειό = δοχείο , σκεύος κουζίνας

Αγκλώθκα = καρφώθηκα από αγκάθι

Αθημονιά =σωρός (από θερισμένο στάρι , ολόκληρη καλαμποκιά) για να μη βρέχονται

Ακουρμένομαι = ακούω με προσοχή

Αλάνταβος = απρόσεκτος

Αλάργα = μακριά

Αλαταριά = πέτρα με μεγάλη επιφάνεια που βάζουν αλάτι να τρώνε τα ζώα

Αλιμουριάζω = πνίγω κάποιον με τα χέρια

Αλισίβα = στάχτη με νερό για λούσιμο και καθαριότητα

Αλκοτίζω = εμποδίζω , σταματώ

Αλύχτισμα = γαύγισμα σκύλου ή αλεπούς

Αμούντι (έγινε) = εξαφανίστηκε

Άμπλας = νερό που αναβλήζει

Αμπούκα = μάγουλο

Αμπούριασε = γέμισε καπνό

Αναβάισα = έγειρα και έπεσα

Αναβερβέρξα = ανατρίχιασα

Αναδεχτός – ή = το βαφτιστήρι

Αναδοσιά = φόβος

Ανάκαρο = δύναμη

Αναμέρα = κάνε στην άκρη

Αναπιάνω =ετοιμάζω το προζύμι

Ανασκλώθκα = έπεσα ανάσκελα

Ανατσουτσούρωσα = ανατρίχιασα

Ανεβατίζω = ζυμόνω ψωμί σταρένιο

Αντράλα ή ντράβαλος ή ντράβαλα = φασαρία

Αξίφωσα = χόρτασα

Απεριλόητος = βρωμιάρης

Απίστωμα = μπρούμητα

Απομόθκα = έπαθα ασφυξία

Από μούρτου = κατά πάνω

Αποξούλια = απ΄έξω

Απόστασα = κουράστηκα

Απουκουντριασμένο = χαζό , δεν καταλαβαίνει τίποτα , βρίσκεται στο κόσμο του

Άπουπούι = ( επιφώνημα σχετλιαστικό που δηλώνει έκπληξη )

Αποφαούρια = αποφάγια

Αργάζω = προετοιμάζω

Αργανέλα = τριχιά

Αρίδα = πόδι , τρυπάνι

Αρμάθα = πλέξιμο κρεμμυδιών και σκόρδων

Αρμαθιά = η σειρά

Αρτένομαι = δεν νηστεύω

Αρτμή = υπόλοιπο από το τυρί (υγρό)

Αστραποτσουκανάει = αστράφτει και βροντάει

Αστρέχα = το περιθώριο της στέγης που προεξέχει

Αυγατάω = συμπληρώνω , προσθέτω

Αφανταλιά = ξάφνιασμα

Αφάντιασμα = σκιάχτρο

Άφτο = άφησέ το

Αχούλιασμα = ηχηρός μακρόσυρτος αναστεναγμός

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~


Β

Βάβο = γιαγιά

Βαΐζω =γέρνω

Βάκισμα = χτύπημα

Βακούφικο = περιουσία της εκκλησίας

Βαρκό = τόπος με λίγο νερό

Βελανίδα = η βουβωνική χώρα (μασχάλη) των πίσω ποδιών του ζώου (των μπροστινών "λαγαρό").

Βερέμκο = στραβό,δεν είναι ίσιο

Βετούλι = κατσίκι που δεν χρόνιασε

Βιδούρα = ξύλινο δοχείο χωριτικότητας 20 οκάδων

Βιτσέλα = δοχείο

Βολά = φορά

Βούγγα = παιδικό παιχνίδι θορυβώδες

Βούγγος = γρήγορα

Βούριαξε(η γουρούνα) = έντονη επιθυμία της γουρούνας για ζευγάρωμα

Βουτσώνω = θυμώνω

Βυζήλα = χοντρή φούρκα

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Γ

Γαλάρια = αυτή που έχει γάλα

Γαυρίδα = είδος δέντρου

Γεννήματα = δημητριακά

Γεννησούρι (γεννσούρ') = νεογέννητο

Γηροκόμιο = ηλικιωμένος άνθρωπος που χρειάζεται φροντίδα

Γιαννιώτης = ο βόρειος άνεμος

Γιατάκι = καλύβι

Γίκος = σορός από χοντρά ρούχα (φλοκάτες κ.ά.)

Γιόμα = πριν το μεσημέρι,κολατσιό

Γιουρούκι = ατσούμπαλος , φασαριόζος

Γκανιάζω = κλαίω γοερά , σκάω στο κλάμα, [ ισχύει και για τη δίψα...(γκάνιαξα) ].

Γκερδένι = Δύο κρίκοι περιστρεφόμενοι για να μη στρίβει η τριχιά

Γκέσα = μαύρη γίδα

Γκορτζιά = αγριοαχλαδιά

Γκριντάλι = ο ψηλός άνθρωπος

Γλαβανή = το άνοιγμα στη ψευδοροφή

Γνολίθι = λιθάρι της γωνιάς

Γουμίδια = είδος μαγειρίτσας

Γούπατο = μέρος χωρίς θέα – βαθούλωμα, λέγεται επίσης και χουναβιά.

Γραβάλι = τσουγκράνα

Γράδα = μπλέξιμο , μονάδα μέτρησης αλκοόλ

Γράδωσα = έμπλεξα , πιάστηκα κάπου χωρίς τη θέλησή μου

Γρέκι = τόπος όπου κοιμούντε τα γίδια ή τα πρόβατα

Γρέντζελα = αγριοστάφυλα

Γρούμπιασα = καμπούριασα

Γρουμπούλι =εξώγκομα

Γρούσπα = εσοχή βράχου ή σπηλιάς.

Γωνιά = το τζάκι

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~



Δ

Δημοσά = δρόμος για αυτοκίνητα

Διαλέγω = καθαρίζω, αποφλοιόνω

Διαούρτι = γιαούρτι

Διάσελο = ραχούλα

Διάστρα = εξάρτημα του αργαλειού

Διπλάρκα = δίδυμα

Δραγάτσι = ταγάρι

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ε

Εκειό = εκείνο

Έρμο = μοναχό

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~


Ζ

Ζα (τα) = τα ζώα

Ζάβατος = δάσος καστανιάς

Ζαγάρι = κυνηγόσκυλο

Ζαγκανάω = κουνάω

Ζαγκλαβάνι = ενοχλητικός

Ζαλίγκα = στη πλάτη

Ζαλίγκι = το φόρτωμα που μπαίνει στη πλάτη

Ζαράλι = ελλάτωμα σωματικό ή νοητικό

Ζάφι = παράσιτο (κάτι σα σκουλίκι) που δημιουργείται στα ισχνά αρνοκάτσικα

Ζέχνω = βρωμάω

Ζήβα = σβήσε

Ζητάει (η γίδα) = επιθυμία του ζώου για ζευγάρωμα

Ζιβζέκι = μικροκαμωμένος

Ζιογκάνα = χαράδρα

Ζιουντίμι = βαρύ ξύλο χλωρό και στραβό

Ζλάπι ή ζουλάπι = άγριο ζώο ( κυρίως για λύκο )

Ζμάχια = παράσιτα (κυρίως δένδρων) που ευνοούνται από την υγρασία

Ζόδι = θυμός

Ζούδι = ονομασία για ερπετά ή έντομα

Ζουμπρέκι = πόμολο πόρτας

Ζούπα = πίεσε

Ζουχνάω = σπρώχνω


Ζυγάλετρα = ο εξοπλισμός των αλόγων για να οργώσουν ή να σπείρουν.


Ζυματούρα = είδος φαγητού

Ζώστρα = λουρί που ζώνουν το άλογο ή το μουλάρι ή το γαϊδούρι



~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~


Η

ΔΕΝ ΒΡΕΘΗΚΑΝ ΛΕΞΕΙΣ ΑΠΟ Η
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~


Θ

Θειαμένομαι = απορώ μαζί σου

Θερμοτσούκλιασα = πόνεσα

Θερστής = ο μήνας Ιούνιος

Θράκα = αναμένα κάρβουνα

Θρασίμι = ψοφίμι



~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~


Ι

Ίγκλες = ειδικές λουρίδες που μπαίνουν στα πόδια άγριου αλόγου για ημέρωμα

Ιδιάζω = ετοιμάζω το νήμα για τον αργαλειό

Κορυφή σελίδας
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Κ

Κάηκε (η γίδα) = δεν αρμέχτηκε έγκαιρα

Κακαράντζες = τα«κακά» της γίδας ,του λαγού

Καλέσματα = τα προσκλητήρια

Καλοπίχερα = εύκολα

Καλοσκέρσα = πρωτοδοκίμασα γεύση από τη νέα σοδειά

Καλυβοσφύρι = το σφυρί που πετάλωναν τ ’ άλογα.

Καμούτα = θεατρινισμός ,νάζι

Καναβιά = τριχιά

Κανούτος = σταχτής (συνήθως για ζώα)

Καπίστρι = τα ινία του αλόγου.

Καραούλι = παρατηρητήριο ,σκοπιά

Κάργας = παλικαράς

Καρδελάγκος = λάρυγγας

Καρκανιδιάζω = καίγομαι πολύ

Καρκολόιμα = κακάρισμα κότας

Καρκώθκα = στραβοκατάπια ,μου στάθηκε κάτι στο λαιμό

Καρούτα = ξύλινο δοχείο για τα σταφύλια

Καρόφλα = τα φύλλα της καρυδιάς

Καρποστάλι = κάτι πανέμορφο (χαϊδευτική λέξη)

Κασαβέτι = πρόβλημα ,στενοχώρια

Καταγάργαλα = κορυφή ,κατακόρυφα

Καταή = κάτω.

Κατακέφαλο = καρπαζιά

Καταντιά = καλή κατάσταση , ξεπεσμός

Κατασάουρα = τελείως κάτω, στο χώμα

Κατάσαρκα = κάτι που φοριέται κάτω απ τα ρούχα, έχει επαφή με τη σάρκα.

Καταχεριάζω = χτυπάω με τα χέρια

Κατκιά = στάβλος , καλύβι

Κατσαπλιάς = ο αδιάφορος

Κατσούλα = κουκούλα

Καχριμάνης (καχριμάνς) = ο σπουδαίος

Καχριμάνσα = η σπουδαία

Κεφαλάρι = το ακαλλιέργητο τμήμα μεταξύ δύο χωραφιών

Κεφαλαριά = πονοκέφαλος

Κεφτεντές = κομμάτι ξύλο για τεμάχισμα κρέατος

Κίκαρη = φλυτζάνι του καφέ

Κιλμπάσια =έντερα και στομάχι

Κιό = ναι αλλά όμως , μα αφού

Κλαπατσίγκανα = τα μουσικά όργανα ορχήστρας πανηγυριού (συμπεριλαμβανομένης και της μικροφωνικής)

Κλιορεύω = κοιμάμαι

Κλιτσνάρια = πόδια

Κλοτσοτύρι =παράγωγο ξυνόγαλου

Κόθρος = γωνία , τα ακριανά κομμάτια πίτας ή γλυκού που ακουμπούν στο πλάι του ταψιού

Κοκκόσες = καρύδια

Κολοκούρσμα = κούρεμα προβάτου

Κοντό = πουκάμισο

Κορκόζα = κεφάλ ι(λίγο μεγάλο).

Κορύτος = η ταΐστρα του γουρουνιού

Κορφίγκι = το πρώτο γάλα (χοντρό)

Κοτάω = τολμώ

Κότσαλο = το κοτσάνι που μένει όταν ξεσπυριστεί το καλαμπόκι

Κουζιλίμι = κατσίκι ατίθασο

Κουκουμέλες = μανιτάρια

Κουκουμελιώμαι = πηδάω για να φτάσω κάτι

Κουμάσι = το σπιτάκι του γουρουνιού

Κουντράω = χτυπάω ή σπρώχνω με το κεφάλι

Κουρδουμπούλι = σβόλος

Κουρκουζώητος = αυτός που ζεί πολλά χρόνια

Κουρκούλια = μικρές πέτρες

Κούσαλο = καταβεβλημένος άνθρωπος, γέροντας

Κουσεύω = περιπλανιέμαι

Κουσί = γρήγορα

Κουσούλτο = σχέδιο

Κουτέλι = σκυλί που τριγυρίζει άσκοπα

Κουτιρίτσα = μικρή σαύρα σκουρόχρωμη

Κουτσάνα = γυναικεία κοτσίδα

Κούτσκο = μικρό

Κουτσοκεφαλίσκα = Δεν μπορώ να κρατήσω το κεφάλι μου όρθιο (συνήθως από νύστα)

Κουτσοπέτσαλος = χάβρα , σαματάς

Κραίνω = φωνάζω

Κραμποκούκι = είδος ψωμιού με καλαμποκίσιο αλεύρι

Κρεμάδα = ολοκλήρωση εργασίας (απαλλαγή), αρμαθιά καλαμποκιού κρεμασμένη

Κρεμαντζουλίστκα = κρεμάστηκα από τα χέρια

Κρεμαστάλω = ενα σιδερικό που κρεμούσαν την κατσαρόλα για να βράσουν φαγητό.

Κριτσιανάω = τρίζω

Κριτσίλωσε = στράβωσε

Κτσούμπ' = το κομμάτι του κορμού που μένει στη γη μετά το κόψιμο του δέντρου


~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Λ

Λάγανο = βράχνιασμα από δυνατές φωνές ή πολυλογία

Λαγαρό = η βουβωνική χώρα (μασχάλη) των μπροστινών ποδιών του ζώου (των πίσω "βελανίδα").

Λαγκιόλι = ελλάτωμα

Λαΐνα = πήλινο δοχείο

Λάκα = επίπεδο τμήμα εδάφους

Λακάω = φεύγω γρήγορα

Λαουτιάζω = λουφάζω

Λάρωσε = ησύχασε , μη μιλάς

Λατζοκόβω = ανυπομονώ

Λατσούδα = κλαδί από έλατο

Λειανοφάσλα = φασόλια μικρά ( αμπελοφάσολα)

Λειάνσα = τεμάχισα

Λέσιο = αδύνατο ζώο

Λιμασμένο = το πολύ πεινασμένο

Λιόκια = όρχεις

Λιουγκρίζω = ίσα που βλέπω , μόλις που διακρίνω

Λισγάρι = πολύ ψηλό

Λιτάρι = σχοινί

Λοβιάζω = βρωμίζω

Λοιμπά = τα λιόκια

Λούρα = βέργα

Λτσέκι = μονάδα βάρους (20 οκάδες) κυρίως για δημητριακά

Λυκοτίνια = μικρά αρνιά


~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Μ

Μακελεύτηκα = χτύπησα πολύ άσχημα

Μακροσκοινάω = δένω κάποιο ζώο με πιο μακρύ σχοινί να βοσκήσει περισσότερο.

Μαλτέζικο = καλή ράτσα αμνοεριφίων

Μανάρι = αρνάκι που έχει ιδιαίτερη περιποίηση

Μαναφλίκια = κουτσομπολιά

Μάνταλος = αυτοσχέδιος μηχανισμός να κλίνει η πόρτα.

Μαξούμι = μικρό παιδί

Μαργώνω = κρυώνω

Μαρκάλος = ζευγάρωμα ζώων

Μάσια = μεταλλικό εργαλείο που χρησιμοποιούμε για τη φωτιά στο τζάκι

Μάσινα = καλύβα

Ματσαραγγιά = ξεγέλασμα , εξαπάτηση , κοροϊδία , παραπλάνηση , εμπαιγμός ,

Ματσάστκα = δέχτηκα μεγάλη πίεση

Μαυλάω = καλώ το ζώο να έρθει κοντά μου

Μντζούρα = η άσχημη (μτφ)

Μόλογο = ρεζίλι

Μουζίλι = χλωρό βαρύ ξύλο

Μούκλο = μάγουλο , αμπούκα

Μούλκι = χωράφι

Μουνούχι = το τεχνικά στειρωμένο

Μουτλάκου = οπωσδήποτε , χωρίς άλλο , σώνει και καλά

Μόχαλο = πέτρα

Μπάλα = μέτωπο , κούτελο ,(μι βάρσει ου ήλιους κατάμπαλα)

Μπαλατσάρσα = παλάβωσα

Μπαχλατάω = πολυλογώ (λέω πολλά χωρίς αξία)

Μπερμπεκάω = ξεδιαλέγω ,ψάχνω γύρω από τα δένδρα για καρπούς πεσμένους κάτω (καρύδια, κ.ά.)

Μπικιόνι = τσίγκινο ποτήρι

Μπιρμπελόνια = είδος φαγητού (ζυμαρικό)

Μπιτ = καθόλου

Μπιχτιά = πολύ απότομη κατηφόρα

Μπλαθρί = χοντρό

Μπλαντζάστκα = ανταμώθηκα

Μπλιόρι = τράγος από ενός έως δύο ετών

Μπλιτσανάω = χτυπάω με τα πόδια το νερό

Μπούγλα = μεταλλικό δοχείο λαδιού

Μπουρδόνι = κάποιος με παχουλό πρόσωπο (στρουμπουλός)

Μπουρμπουτσέλι = γενικά τα άγνωστα μικρά έντομα

Μπουχός = σκόνη

Μπράσκα = πολύ μεγάλος βάτραχος

Μπρέτσικος = ο ευέξαπτος άνευ λόγου και αιτίας

Μπρίζω = κλαίω δυνατά

Μπριντζλίνες = το χαλαρό δέρμα το πλαδαρό

Μπχαροποδιά = ύφασμα που τύλιγαν γύρω-γύρω το τζάκι ...

Μπχούστης = το παζάρι

Μστόβλακος = χαζός

Μχαρί = (μουχαρί) η καμινάδα εσωτερικά


~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Ν

Νάμου = δώσε μου

Νείλα = πανωλεθρία , καταστροφή

Νικροσκούτ = σάβανο, (μεταφ. ο άχρηστος)

Νίφκα = πλύθηκα

Νογάω = καταλαβαίνω

Νόρλος = ουρά

Ντάβανος = είδος εντόμου

Νταϊάκι = φούρκα

Νταλάκι = σαμιαμίδι

Ντελικάδα = φάρυγγας

Ντιβικέλης = πλούσιος

Ντιπ = με όλη τη σημασία της λέξεως , στη κυριολεξία

Ντορβάς = ταγάρι υφαντό

Ντορός = ίχνος

Ντουρλώνω = στήνω

Ντράβαλος = φασαρία

Ντρόχαλα = χοντρές πέτρες


~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Ξ

Ξαγάρι = αμοιβή του μυλωνά από το άλεσμα

Ξάγναντο = ξέφωτο

Ξάι = ένα φορτίο ίσο με το φορτίο ενός φορτηγού ζώου(80 οκάδες)

Ξαμώνω = τεντώνω το χέρι μου για να χτυπήσω κάποιον

Ξεζάρκοτος = γυμνός

Ξεκλέτζωνος = πολύ ψηλός

Ξεκλιτσινιάστκα = άνοιξαν πολύ τα πόδια μου

Ξελαμπαδιάζω = φανερώνω , αποκαλύπτω , δημοσιοποιώ πράξεις κάποιου ενώπιόν του

Ξεμουτόχου = επίτηδες , αποκλειστικά ,επί τούτου

Ξεμπριστουριάστκα=(μεταφ.) ο έμμετος,έβγαλα τα συκότια μου

Ξεμτσουνιάσκει=χτύπησε πολύ στο πρόσωπο

Ξενιτάρω = τελειώνω

Ξεντεργάνω = ξεμπερδεύω

Ξεντραχτώθκα = διαλύθηκα

Ξεπορδαλιάσματα = λέξη η οποία έχει την ίδια έννοια με το "κύκνειο άσμα"!!

Ξέρακας = ξερό δέντρο

Ξεσκλίστκα = έσκισα τα ρούχα μου

Ξεστρίφτκα = εξαντλήθηκα

Ξετσαουλιάστκα = μου φύγαν τα σαγόνια απ’ το χασμουριτό

Ξετσιώνιασε = αλήτεψε

Ξιμπλέτσοτη = η προκλητικά ντυμένη από τη μέση και πάνω

Ξιτσαρνίζουμι = εξουθενώνομαι

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~


O

Οβολιός = σωρός από πέτρες

Οδίζω = μοιάζω με άλλον

Ορσίδα = κανάλι στη πλαγιά του βουνού από το οποίο μετά από βροχή ή χιόνι παρασύρονται πέτρες,κορμοί δέντρων κ.ά

Ουβάσ(ου) = σώπασε ,μη μιλάς ,λάρωσε

Ουλουμία = μονομιάς

Όχτος = φυσικό χωμάτινο αντέρεισμα (ένας μικρός γκρεμός)

Όψιμο = άργησε να ωριμάσει


~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Π

Παλαντζίκι = εξάρτημα του εξοπλισμού (ζυγάλετρων)

Παλιοσπόρια = είδος φαγητού

Παπαδέλες = καθαρισμένα κάστανα ψημένα ή βρασμένα

Παραβολιάζω = κρατάω τα ζώα στις άκρες του χωραφιού να βοσκήσουν (να μη φάνε τα σπαρτά).

Παρακαλιά = αλληλοβοήθεια

Παραμάζωμα = παίρνω κάποιον σπρώχνοντας βίαια, τον ισοπεδώνω.

Παραπήρα = έκανα κάτι κατά λάθος.

Παρασάνταλος = ανάπηρος ,γενικά αυτός που έχει άσχημη όψη

Παρασόλησα = φοβήθηκα απότομα ,τρόμαξα

Πατλιά = μεγάλο αγκάθι που μπαίνει στα πόδια

Παχνί = ταΐστρα

Πεδιλόγα = το σχοινί με το χοντρό πανί που μπαίνει στη πλάτη για το ζαλίγκομα

Περδικλώθκα = παρεμποδίστηκα από κάτι και έπεσα

Περδικούλα(μεταφ.) = ψυχή , (το λέει η περδικούλα του)

Περιούδα = τα έμμηνα

Περονιάζω = διαπερνώ

Πέτρα = το φύλλο της πίτας ή του μπακλαβά

Πετρόβεργο = το ξύλο για το άνοιγμα φύλλου πίτας ή γλυκού , ο μπλάστρης

Πετσούρι = μικρό κομμάτι καλλιεργήσιμης γης

Πιστρώνομαι = κάθομαι

Πλακανίδα = επίπεδη πλάκα μεγάλων διαστάσεων

Πλακίδα = νεαρή κότα

Πλαστός = χορτόπιτα με ζύμη καλαμποκάλευρου

Πλαχούρας = αυτός που έχει μεγάλα αυτιά

Πλίματα = υπολείματα φαγητού

Πλόχερο = χούφτα του ενός χεριού

Πολιτσάνισσα = γυναίκα της πόλης

Πόντζι = ρόφημα για το κρυολόγημα (ζεστό τσίπουρο με ζάχαρη)

Πόρος = δυσμενής εξέλιξη (περίμενε και θα ειδείς τι πόρο θα πάρει)

Πουλουποδιά = σαρανταποδαρούσα

Πούντα = κρύωμα

Πουρδάλες = μυρμήγκια

Πουριά = μικρό πέρασμα για ζώα

Πουτινός = ο χώρος ανάμεσα στο ταβάνι και τη σκεπή

Πουτσαρίνα = γεροδεμένη δραστήρια γυναίκα

Πουτσαρούλας = απαξιωτική προσφώνηση σε άντρα

Πρατίνα = προβατίνα

Πρατόγαλο = γάλα προβατίνας

Πρέντζα = κλωτσοτύρι

Πριάκονο =λίμα ή λιμάρι.

Πρίσκαλα = άγρια σύκα

Προγκάω = τρομάζω ένα ζώο για να φύγει

Πρόπσα = πρόλαβα

Προσλαΐνω = βυζαίνω τα μικρά αρνιά

Πρώιμο = ωρίμασε πριν την ώρα του

Πτιά = στομάχι μικρού αρνιού ή κατσικιού που δεν έχει δεχτεί άλλη τροφή εκτός από γάλα

Πυρουμάδα = φέτα καλαμποκίσιου ψωμιού ζεσταμένη στο τζάκι


~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Ρ

Ραγοβύζι = μπιμπερό

Ρακογυάλι = μικρό γυάλινο ποτηράκι για κέρασμα

Ρασεύω = τριγυρίζω

Ρεντζούκλι = Παλιό ύφασμα, άχρηστο, για πατσαβούρα.

Ριγανέλα = είδος τριχιάς

Ρικουμανάω = φωνάζω δυνατά, (από το ρέκος) ρεκάζω.

Ρογκαλιάστκα = τρυπήθηκα από κομμάτι ξύλου

Ρόκα = καρπός καλαμποκιάς

Ροκιά = φυτό καλαμποκιάς από το καρπό και πάνω

Ρούσσα = κοκκινόξανθη

Ρουχνάω = ροχαλίζω

Ρυμουσέλι = έρμο , χωρίς αφέντη - κύριο


~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Σ

Σαγάνι = τσίγκινο πιάτο , τηγάνι

Σαδέ = ειδάλλως

Σακοτρύπι = αγκάθι

Σαλαγάω = κατευθήνω το κοπάδι

Σαλιβάρι = ξύλο που τοποθετούσαν στο στόμα του κατσικιού για να μη βυζαίνει

Σαούριασε = σώπασε , βγάλε το σκασμό

Σαρμανίτσα = κρεβάτι βρέφους (κούνια)

Σαρώνω = σκουπίζω

Σβάρνα = εργαλείο του ζευγολάτη

Σβαρνίστκα = σύρθηκα

Σβόερας = δραστήριος , ανήσυχος

Σβουνιά = ακαθαρσία (τα κακά) της αγελάδας

Σγανζίκι = ιδιότροπος-στρεβλή προσωπικότητα.

Σεπέτι = μπαούλο

Σέπωμαι = σαπίζω

Σερκό = αρσενικό

Σερμπούνι = κρυολόγημα

Σέρπετο = σαύρες , σκορπιοί ,γενικά τα πολύποδα

Σιαηλός = χάχας ,βλάκας.

Σιαμτελός = ολιγόμυαλος,χαζός.

Σιαχλασμένο = χαλασμένο

Σιλπί = ψαροπαγίδα (κυρίως για πέστροφες )

Σιμά = κοντά

Σκαμνιά = μουριά

Σκαμπασιά = σκελετός

Σκαπετάρσα = ξέφυγα

Σκαρσμένο = τρελό-φευγάτο

Σκερεύω = Τακτοποιώ, νοικοκυρεύω

Σκέριο = νοικοκυριό

Σκιάζομαι = φοβάμαι

Σκιζάρι = ξύλο σκισμένο για πάσσαλος(Συνήθως από κέδρο ή καστανιά).

Σκλέντζα = παιδικό παιχνίδι

Σκλιμπόνια = έντομα

Σκορδομπάτσος = παιδικό παιχνίδι

Σκούπρα = σκουπίδια

Σκρούμπος = καμμένο

Σλουή = σκέψη -συλλογισμός

Σομπολιάζω = ταιριάζω

Σούμπρα = καρυδόψυχα

Σουργούνι = ξευτιλισμός ,ρεζίλεμα ( σέδιο )

Σουρίζω = δίνω σημασία, υπολογίζω.

Σούρλα = η μύτη του γουρουνιού

Σούτα = γίδα χωρίς κέρατα

Σουτέρεψα = σκότωσα (κυρίως ερπετό)

Σπάπι = αιδοίον

Σπλόνι = είδος χόρτου με φαρμακευτικές ιδιότητες

Σπρούχνη = η στάχτη με αναμένα κάρβουνα

Σταλικομένος = καθηλομένος

Στάλος = σκιερό μέρος που κάθονται τα πρόβατα το μεσημέρι

Στέρφος–α = στείρος-στείρα

Στεφάνι = γκρεμός

Στουμπιά = πέτρα για πετροβόλημα

Στουμπίστκα = δέχτηκα μεγάλη πίεση , ματσάστκα

Στρουπίτσι = ξύλο κομμένο μακρύ και ίσιο( συνήθως ελατήσιο ).

Συγχαρίκια = αμοιβή σε κάποιον που φέρνει καλά νέα

Συμπράγκαλα = αποσκευές

Συνγκεριάζω = τακτοποιώ

Συντελεύτκα = καταστράφηκα πλήρως

Συρμή = κρυολόγημα

Σφαλαγγούδια = αράχνες

Σφίχτκα = έτρεξα

Σφούνι = το ακροφύσιο η απόλυξη της κάναλης του νερόμυλου

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~


Τ

Τάβλα = τραπέζι

Ταπίστομα = μπρούμητα

Ταχειά = αύριο

Τένγκι = ξύλινη κατασκευή που χρησιμοποιείται για τη συσκευασία του τριφυλλιού σε δέμα (μπάλλα)

Τζόρας = ανόητος

Τζούφλια = μάτια

Τλουπώνομαι = τυλίγομαι με ρούχα-σκεπάσματα

Τλώθκα = σφίχτηκα

Τούζι = μπόρα

Τραγαζίκα = Το τομάρι που άδειασε από τυρί,(μεταφορικά κάτι άχρηστο).

Τρανός = μεγάλος

Τραπέτσι = ξινό

Τράω = κοιτώ ,βλέπω

Τριβαλιάζω = τσακίζω

Τριφτάρι = πέτρα ποταμίσια που τη χρησιμοποιούν για να τρίβουν αλάτι κ.ά.

Τσακατόρα = εργαλείο που προκαλεί θόρυβο για να απομακρυνθούν επιβλαβή ζώα από το χωράφι (μεταφ. η πολυλογού γυναίκα , η γλωσσοκοπάνα)

Τσακνάκι = μικρό πολύ λεπτό κλαράκι

Τσακναρίδα = αυτή που έχει πολύ λεπτά πόδια

Τσακτσίρα = παντελόνι παραδοσιακής στολής

Τσαλακατιώνται = λογομαχούν έντονα

Τσαλαφούτι = παράγωγο πρόβειου γάλακτος

Τσαντίλα = πανί για το στράγγισμα του τυριού

Τσαούλι = η κάτω γνάθος

Τσάρκος = χώρισμα του στάβλου για αρνιά ή κατσίκια.(να μη βυζαίνουν)

Τσαρναράει = ίσα που τρέχει(το νερό στη βρύση ή στ' αυλάκι)

Τσαρπάλι = Αυτό που μένει στο δέντρο όταν κόβουμε ένα κλωνάρι

Τσατμάς = διαχωριστικό δωματίου από άχυρο , λάσπη και ξύλα

Τσάχαλο = σκουπίδι

Τσέργα = φλοκάτη

Τσέρμιασμα = μούδιασμα

Τσιακλατάω = χτυπάω τα αυγά

Τσιαμπαλούκια = μαλλιά

Τσικροπελεκάω = πελεκάω κάτι με τσεκούρι έτσι στα χαζά να περνάει η ώρα.

Τσιλόνι = άχρηστο ρούχο

Τσιμπλοκούκι = λυχνάρι

Τσιόκαλα = τα φλούδια απ' τα καρύδια ή τα φασόλια, κομμάτια πέτρας για σφήνες

Τσιουπλεντάρα = είδος πτηνού

Τσιουφτελίτης = γρουσούζης

Τσιριγκούλι = ξεσκισμένο ρούχο

Τσίτουσα ή αξίφωσα = χόρτασα

Τσιτσικώνω = σκάω στο κλάμα

Τσλαφιάζω = τρομάζω από ξάφνιασμα

Τσοκάνισμα = τρόπος στειρώσεως ζώου

Τσόκος = …ανδρικό μόριο

Τσόλι = χαλί υφαντό από μαλλί τράγου ή γίδας

Τσούκνα = το κολλημένο φαΐ στη κατσαρόλα

Τσούμα = ο βολβός της ρίζας του ερυκόδενδρου

Τσουμαλίζω = τρώω

Τσουμανίκι = μπαστούνι

Τσουπελάκα = πράσινη σαύρα

Τσουρέπια = κάλτσες χοντρές πλεκτές

Τυρολόγος = ασκί γεμάτο τυρί

Τφάνι = περαστικό ψιλόβροχο ή μπόρα της στιγμής

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~


Υ

Ύστερη = τελευταία
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~


Φ

Φακιόλες = είδος καλαμποκιού (ποπ-κορν)

Φάκλα = πολύ ζέστη

Φανέστρα = μικρό παράθυρο πάνω στο ήδη υπάρχον (φινιστρίνι)

Φαρφάλα = φουσκάλα στο δέρμα

Φερνό = ανοιχτό

Φερφερένιο = πιάτο από πορσελάνη(όχι τσίγκινο).

Φιλεύω = κερνώ

Φιλί = κομμάτι

Φιοκόβει = θερίζει (το κρύο)

Φκάρι = κέλυφος

Φκαροβύζα = με μεγάλες θηλές (κυρίως για γίδα)

Φλάτο = παλαβομάρα

Φλέσερα = πεσμένα φύλλα από δέντρα του λόγγου

Φλιά = δώρο

Φλιντούρξε = πέταξε στον αέρα

Φλιντράω = πετάω

Φόλι = το αυγό που αφήνουμε στη φωλιά της κότας

Φόντα = από τότε

Φουρδακλιάσκα = κάηκα

Φρεντάσι = νάζι

Φταίξος = ο υπαίτιος , αυτός που φταίει

Φωτίκια = τα δώρα του νονού ή της νονάς

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Χ

Χαβελές = σωρός πέτρες ,βαρύ φορτίο

Χαλεύω = ζητώ

Χαμοκέλα = μικρή σε ύψος καλύβα

Χαμοκέρασο = αγριοφράουλα

Χαμχούϊας = ηλίθιος ,χαζός

Χανάκα =ξύλινη τριγωνική κατασκευή στο λαιμό του γουρουνιού που το εμπόδιζε να περνάει από τους φράχτες

Χατήλι = η γωνία που σχηματίζετε από τη σκεπή και τον τοίχο εσωτερικά του σπιτιού

Χαύδα = στάση καθήμενης γυναίκας( με ανοικτά τα πόδια).

Χειμαδιά = τόπος που συγκεντρώνονται τά κοπάδια το χειμώνα

Χλιάρι = κουτάλι

Χλίβομαι = βασανίζομαι

Χλιμάρες = δουλειές

Χλιμένος = βασανισμένος ,κακομοίρης

Χνέρι = ρεζιλίκι

Χόβολη = ζεστή στάχτη

Χουϊάζω = φωνάζω δυνατά , μαλώνω

Χουχτάω ή χουχουτίζω = φωνάζω για να διώξω τα άγρια ζώα

Χυμονικό = το καρπούζι


~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Ψ

Ψαρί = γκριζωπό

Ψες = εχθές

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Ω
ΔΕΝ ΒΡΕΘΗΚΑΝ ΛΕΞΕΙΣ ΑΠΟ Ω[/size][/size][/size]
avatar
Σπύρος

Αριθμός μηνυμάτων : 49
Ημερομηνία εγγραφής : 24/08/2010
Τόπος : Αθήνα

http://www.megalohari.gr

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΤΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΜΑΣ

Δημοσίευση  ΑΛΚΗΣ Την / Το Παρ Νοε 26, 2010 5:58 am

Πολύ καλή δουλειά Σπύρο. :¨mpravo: :¨mpravo: Είχα ποστάρει τα παρακάτω(σε άλλη κατηγορία) τα οποία τα μεταφέρω εδώ. Μπορεί κάποια να είναι ίδια,αλλά βαριέμαι να τα ψάξω. soory
-Α-
ααα; = τι είπατε;
αααααααα = σωστά, ή κατάλαβα
αβασκαίνω = ματιάζω
αβγατίζω = αυξάνω
αβέρτα = ελεύθερα
αγάνι = τα γένια σιταριού ή της βρόμης που μοιάζουν με βελόνες
αγανός = αραιός
αγκωνή = γωνία
αδειά = ευκαιρία
ακουρμαίνουμαι = ακούω
αλάνταβος = απρόσεκτος, βιαστικός
αλάργα = μακριά
απάν - απκάτ - σιακεί – σιαπάν - σιαπέρα - σιαδώθε = δήλωση κατεύθυνσης
απθώνω = αφήνω κάτι κάπου
αποσβολώθκα =κουράστηκα πολύ
αντραποδίθκα περδικλώθκα = σκόνταψα
απστόμσε = αναποδογύρισε
απόστασα = κουράστηκα
αφσκιά = ασχήμια
ακορμένομαι = ακούω με προσοχή
απδισιά = πήδημα
απήδσα μσουρανίς = σηκώθηκα στον αέρα
αναμέρα = κάνε άκρη
αστόησα = ξέχασα
αλσίβα = απορρυπαντικό του παλιού καιρού φτιαγμένο από στάχτη
ά πνασόμπ ου διάουλους = άντε που να σου μπει ο διάολος
άπνασίεθαβα = άντε που να σε έθαβα
αποκουντριασμένους = αποχαυνωμένος
αλλομανάω = μακελεύω, λιανίζω
αναχιτώνω = αγριεύω
αντράλα = χαρβαλασιό φασαρία
αντάρα = ομίχλη, θολούρα
αναφανταλιά = (μου'ρθε αναφανταλιά) ζαλίστηκα

-Β-
βατσνιά = αγκάθια - πουρνάρια
βερβέριξε το πετσί μου = ανατρίχιασα
βέλαξα(απ'τον πόνο) = φώναξα δυνατά ή πόνεσα πολύ
βαλάντωσα (στό κλάμα) = έκλαψα πάρα πολύ
βρούδια = αυτοσχέδιες πισίνες της φύσης στα ποτάμια

-Γ-
γούπατο = εσοχή
γκλαγκανάω = καταπίνω με έντονα γλου-γλου
γατσούνι = γατάκι
γούρμασε = ωρίμασε
γκαβώθκα = τυφλώθηκα
γκλιορεύω = είμαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι, πριν με πάρει ο ύπνος
γίγκει = αόριστος του γίνομαι
γέρεψα = γιατρεύτηκα, έγινα καλά - έγινα γερός
γρούσπα = κουφάλα, τρύπα
γραδώνω = στριμώχνω,αγκιστρώνω, σκαλώνω , μπλέκομαι
γκεύω = βουτάω, μουσκεύω (να γκέψω λίγο ψουμάκ')
γκουστέρα = μεγάλη πράσινη σαύρα
γουργουλεύω = ανακατεύω
γύκος = σωρός από στρώματα
μη μι γκιουιζ = μη με αγγίζεις

Δ
δαμάλι = ταύρος
δρασκέλατο απήδατο = πηδηξέ το

Ζ
ζαλοκνιέμαι = ζαλίζομαι, κουνιέμαι
ζάρκο, ξεμπλέτσοτο = γυμνό,
ζβάου = σβήνω
ζίβα = σβήσε
ζάφτω = πέφτω
ζγούρ = ζυγούρι
ζλάπ = το ζώο γενικώς, ατίθασος άνθρωπος
ζαβλακώθκα = νύσταξα ή δεν ξέρω που είμαι
ζγώνω = πλησιάζω
ζμπάω = βάζω - σπρωχτά
ζαγκανιέμαι = κουνιέμαι ρυθμικά
ζμάχια = πράσινο υδρόβιο φυτό του γλυκού νερού.
ζαλγκόθκα = μεταφέρω κάτι στην πλάτη (συνήθως ξύλα)

Κ
καρκαμπίλα = ήλιος καυτός
καρκόθκα = πνίγηκα
κατσκανάρ = ζωηρός
κλιορεύομαι = κοιμάμαι
κλιτσινάρ = αδύνατος
κουρδκουγκλιέμαι = κάνω τούμπες
κτσιούμπσα = στραμπούλιξα το δάχτυλο του ποδιού
κορδομπούλιασε = σβόλιασε
καλογιάννος = τό μικρό πουλάκι
κριτσάλσε κριτσάνησε = έκανε κράκ - έσπασε
καλοσκέρσα = πρωτοδοκίμασα
κύκαρη = φλιτζάνι
κρεβατίνα = κληματαριά, που χρησιμοποιείται για ίσκιο
καρδάρα = μεταλλικός ή ξύλινος κουβάς για το γάλα
κοτοπούλι = κοτόπουλο
Καταϊ = κάτω
κοκονάκι = οταν κάποιος κάθεται με λυγισμένα τα γόνατα.
Κονακάκι = μικρό φίδι
κοσιά = το εργαλείο για το κόψιμο του τριφυλλιού
κοσί = γρήγορα
κρένω = μιλάω, φωνάζω
κοματσιούλι = μικρό τεμάχιο ψωμιού συνήθως υπόλειμμα
κατσούλα = η κουκούλα, από πανωφόρι
καρκαριέμαι = γελάω δυνατά
κριτσίλωσε = στράβωσε (τόσο που έγινε σχεδόν κόμπος)
κοκόσιες = καρύδες
κλαπατσίγκανα = όργανα, ορχήστρα
καρκαλοϊόται = κακαρίζει (η κότα)
κρούω = αγγίζω
κριτσιανοβόλσε = έσπασε με δυνατό θόρυβο
κλιτσίκι = μούσκεμα
καρκαλοϊτό = ανακοίνωση νέου αυγού από την κότα
κοδέλα = κλειστή στροφή
κουρδουκλίεμαι = κάνω τούμπες, στριφογυρνάω
κουμάσι = παλιάνθρωπος
γουρνοκούμασο = γουρουνόσπιτο
καρδιλάγγος = λαιμός
καταψιά = γουλιά ή μπουκιά
κουκουμέλα = μανιτάρι
κούντρισα = χτύπησα το κεφάλι μου
καρδώνω = πνίγω
καστραβέτς = αγγούρι

Λ
λάϊος = μαύρος
λαρώνω = ησυχάζω
λιόκια = αρ***α
λιμπά = λιόκια
Λιάρδα = μεθυσμένος
λάκσα (πλυθ. λάκσαμαν) πήρα δρόμο, έφυγα τρέχοντας

M
μαβλάω = προσκαλώ τα ζωντανά ή τα κατοικίδια
μαντρί στάβλος
μαρκούτς = Ξύλο, αντρικό όργανο
μαρμίτα = λεφτά
ματουϊάλια = γυαλιά οράσεως
ματσλάω = μασάω
μπαϊλσιά = ζαλάδα
μπαϊλσα = ζαλίστηκα
μπακακάκι = βατραχάκι
μπακανιάρικο = το παιδί ,πού έχει πρησμένη κοιλιά
μπακάνιασα = πρήστηκα, από το πολύ νερό, ποτό
μπακτσές = τό χωράφι
μπαρχάλα = διχάλα
μπάζει = έχει ρεύμα, φυσάει
μπζιάκα ή μπράσκα = βατράχι μεγάλου μεγέθους
μπζιάκας = αυτός που είναι χοντρούλης
μπηχτοκέφαλα = με το κεφάλι κάτω
μπλαθρώνω = σκεπάζω κάτι πρόχειρα, καλύπτω
μπλετσιανάω = πλατσουρίζω ή κάνω μπάνιο σε ρηχά νερά
μπολιάζω = εμβολιάζω
μπουρμπούτσιαλο = έντομο –μικρό ζωύφιο
μπομπότα = τό ψωμί από καλαμπόκι
μπραστ = έφυγε γρήγορα
μσαφραίοι = επισκέπτες
μτσούνια = μούρη
μπχαρί = καμινάδα
μόσκι = μοσχάρι
μπεκιώνα = κανάτα
μαρκαλάω = κάνω sex
ματζαφλάρ = κάτι μακρύ
μαβλάω = φωνάζω (τις κότες ή τα πρόβατα)
μπούγλα = τενεκές - δοχείο

Ν
ντζιομανίκι = γκλίτσα, μαγγούρα
νταούλιασε = μέθησε
ντζιοπάνς = τσοπάνος βοσκός
νομ' ή ναμ' = δώσε μου
νέσπλο = μούσμουλο
νταβλαρώθκα = έπεσα κάτω ή ξάπλωσα απότομα
ντμπάτσαμαν = την πατήσαμε

Ξ
ξαποστάζω = ξεκουράζομαι
ξιμπλιέτσοτο = γυμνό
ξιτσαουλιάστκα = μου έφυγε το στόμα μου έφυγε το σαγόνι
ξεντραχτώθκα = διαλυθηκα
ξεσκλάω = σκίζω
ξεκλιτσνιάσκει, ξεφιστικιάσκει = διαλύθηκε
ξεσκανταλίσκει = απορυθμίστηκε
ξετσόνιασες = απέκτησες θάρρος
ξεμτσουνιάσκαν = τράκαραν μετωπικά
ξεμοτόχου = αποκλειστικά
ξίκι να γένει = κομάτια να γίνεi

Ο
Ούι = Συνήθως εκφράζει έκπληξη ( Ο λόγος που η Άρτα θεωρείται το μικρό Παρίσι! )

Π
πλομάτσα = στρώμα
πομποσιά = ασφυξία
πουμπόθκα = πνίγηκα - δεν μπορώ να πάρω ανάσα
πριτσιαλάω = κάνω sex
πλακοπάϊδα = παγίδα για πουλιά με επίπεδη πέτρα
παρασόλισα = φοβήθηκα, τρελάθηκα
πτσιάς = υποτιμητικά ο άνδρας
πτσαρας = αγορι
πρατίνα = προβατίνα
πσλά = ψηλά
πράματα = πρόβατα-ζώα
πετσί = επιδερμίδα, δερμα
πετσώνω = καλύπτω επιφάνεια αλλά και κάνω sex,
πρατζαφίλια = μικρά τεμάχια -παρελκόμενα-μικρής χρηστικότητας!
πετρόβεργο = ξύλινος πλάστης για πίτες
πουνιάζομαι = τρώω
ποστιάζω = βαζω το ένα πάνω στο άλλο
πάφλας(πλυθ. παφίλια) = τενεκές τσίγκινος (ή βλάκας...)
πααίνω = πηγαίνω
πθαμή = παλάμη

Ρ
ρογγαλιάσκα = μου μπήκε ακίδα
ρουπώνω = χορταίνω - ρούπωσα = έφαγα
ρέκος = σπαρακτικό κλάμα - κραυγή
ρεκοβέλαξα = κλάμα και ουρλιαχτό (συνήθως από πόνο)
ρόκα = καλαμπόκι
ρεχατιάζω = ξεκουράζομαι-λαγοκοιμάμαι

Σ
σβόηρας = ζωηρός
σκρούμπος = καρβουνιασμένο
σφρουτζούλατο = πέτα το
σκαφίδα = ξύλινη μεγάλη λεκάνη
σφαλαγγούδια = αράχνες
σκανταλάρια = εξαρτήματα για παγίδα με πέτρινη πλάκα
σαφρακιασμένο = αδύνατο ή αδύναμο, το κακόμοιρο
σιάφαρο = σκουπίδι, άσχημη γυναίκα
σιέρπετο = φίδι - ζώο
σφουγγάω = σκουπίζω
σαρμανίτσα = ξύλινη κούνια
σκλέντζα = είδος παιχνίδιου
σιούγκρα τον = σκούντησε τον
σιουρμανάω = σφυρίζω δυνατά
σφρίδα = πρωκτός
σιλούντιασα = ζαλίστηκα - μπερδεύτηκα


Τ
τένες = αθλητικά παπούτσια
τσαρναράει = στάζει - τρέχει νερό
τράω = κοιτάζω
τσιροπούλι = μικρό πουλί
τσιοκανάω = κτυπάω, ευνουχίζω
τσακμάκι = αναπτήρας με ίσκα
τσιόκος ή τζιόκος = πέος
Τλώνω = γεμίζω ασφυκτικά
τίγκα = γεμάτο όσο δεν παίρνει άλλο
τσιακναρίδα = πολύ λεπτή γάμπα
τσιαούλια σαγόνι

Φ
φαρμακώθκα = στεναχωρήθηκα
φραστ = γρήγορη κίνηση
φκάρι = θήκη
φκιαρ' = φτυάρι
φουρδακλιάζω πήρα φωτιά
φρουτζούλατο = πεταξέτο

Χ
χιζουβόλσα = χέστηκα
χλιάρ = κουτάλι
χαλεύω = ζητάω
χάθκαμαν = χαθήκαμε
χλιμάρα = μιζέρια
χυμονικό = καρπούζι
avatar
ΑΛΚΗΣ
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 309
Ημερομηνία εγγραφής : 25/04/2010
Ηλικία : 50
Τόπος : Αστροχώρι Αρτας

http://astrohori.blogspot.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΤΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΜΑΣ

Δημοσίευση  Σπύρος Την / Το Παρ Νοε 26, 2010 6:56 am

Κάποια στιγμή Άλκη να κοιτάξουμε να κάνουμε ένα και να ελέγξουμε και τις ερμηνείες στις λέξεις.
Όσον αφορά τις ερμηνείες οι απόψεις διίστανται, πάρε για παράδειγμα τη λέξη "χλιμάρα" εσύ την έχεις ως μιζέρια , ενώ σε 'μένα μου είπαν και έγραψα πως "χλιμάρες" είναι οι δουλειές.
Παρεμπιπτόντως, ρίξε μια ματιά στο θέμα "Η Βάφτιση".
avatar
Σπύρος

Αριθμός μηνυμάτων : 49
Ημερομηνία εγγραφής : 24/08/2010
Τόπος : Αθήνα

http://www.megalohari.gr

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΤΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΜΑΣ

Δημοσίευση  ΑΛΚΗΣ Την / Το Κυρ Νοε 28, 2010 8:06 pm

Σπύρος έγραψε:Κάποια στιγμή Άλκη να κοιτάξουμε να κάνουμε ένα και να ελέγξουμε και τις ερμηνείες στις λέξεις.
Όσον αφορά τις ερμηνείες οι απόψεις διίστανται, πάρε για παράδειγμα τη λέξη "χλιμάρα" εσύ την έχεις ως μιζέρια , ενώ σε 'μένα μου είπαν και έγραψα πως "χλιμάρες" είναι οι δουλειές.
Είναι πολύ δύσκολο να δώσεις μια ερμηνεία για την κάθε λέξη γιατί, την ίδια λέξη ανάλογα πως την έλεγαν, εννοούσαν και κάτι διαφορετικό.
Και τα δύο ισχύουν και τα έχω ακούσει. Μήπως λέγοντας δουλειές εννοούν μερεμέτια - αγγαρείες, η δουλειές χωρίς αποτέλεσμα ή κέρδος???
Το χλιμάρα το έχω δει και σαν κακομοιριά η αδυναμία.
avatar
ΑΛΚΗΣ
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 309
Ημερομηνία εγγραφής : 25/04/2010
Ηλικία : 50
Τόπος : Αστροχώρι Αρτας

http://astrohori.blogspot.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης