ΑΣΤΡΟΧΩΡΙ ΑΡΤΑΣ
Καλώς ήρθατε στο astrohori.5forum.net. Μπορείτε να περιηγηθείτε απεριόριστα στις συζητήσεις και να διαβάσετε όλα τα μηνύματα που φιλοξενούνται. Αν θέλετε να συμμετάσχετε και εσείς στο astrohori.5forum.net, δεν έχετε παρά να εγγραφείτε τώρα! Είναι εύκολο, γρήγορο και δωρεάν.
Αναζήτηση
 
 

Αποτελέσματα Αναζήτησης
 


Rechercher Σύνθετη Αναζήτηση

Πρόσφατα Θέματα
» Βουτανιάδα
Κυρ Νοε 20, 2016 4:23 pm από Σπύρος

» Αναζήτηση συγγενών
Τετ Οκτ 28, 2015 5:17 am από lafias1894

» Αστροχώρι Πάσχα 2014
Τρι Φεβ 10, 2015 4:01 am από ΑΛΚΗΣ

» Πραγματοποίηθηκε η ενημερωτική εκδήλωση για τα Αιολικά Πάρκα στο Δήμο Γ.Καραϊσκάκη
Τρι Φεβ 10, 2015 2:20 am από ΑΛΚΗΣ

» Οροπέδιο στο Αστρί
Παρ Απρ 04, 2014 3:56 am από ΑΛΚΗΣ

» Αστροχώρι κέντρο
Παρ Απρ 04, 2014 3:36 am από ΑΛΚΗΣ

» Φωτογραφίες από Μεσόπυργο
Πεμ Απρ 03, 2014 9:17 pm από ΑΛΚΗΣ

» Ναός Αγίας Κυριακής Αστροχώρι Άρτας
Τετ Μαϊος 15, 2013 12:43 am από ΑΛΚΗΣ

» Πάσχα 2013
Κυρ Μαϊος 12, 2013 7:14 pm από ΑΛΚΗΣ

Η ώρα είναι
Ο καιρός στο Αστροχώρι
ΤΙ ΒΛΕΠΟΥΝ ΟΙ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ
Μοναδικοί Επισκέπτες
Σας αρέσει το Forum??

Τα επαναστατικά κινήματα στα Ραδοβύζια κατά τα έτη 1854, 1866 και 1878 της ΜΑΡΙΑΣ ΔΕΤΣΙΚΑ Φιλολόγου

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

Τα επαναστατικά κινήματα στα Ραδοβύζια κατά τα έτη 1854, 1866 και 1878 της ΜΑΡΙΑΣ ΔΕΤΣΙΚΑ Φιλολόγου

Δημοσίευση  ΑΛΚΗΣ Την / Το Κυρ Μαϊος 02, 2010 4:30 am



ΜΑΡΙΑΣ ΔΕΤΣΙΚΑ
Φιλολόγου

Εκδοση Δήμου Τετραφυλίας
Επί Δημαρχείας Μιχαήλ Γκούζια
Επιμέλεια Εκδοσης
Γρηγόρη Κοσσυβάκη Δικηγόρου - Συγγραφέα


ΤΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ
ΣΤΑ ΡΑΔΟΒΥΖΙΑ
ΚΑΤΑ ΤΑ ΕΤΗ 1854, 1866 και 1878

Κι όποιος δε Θυμάται, δεν ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει...

Κυρίες και Κύριοι,

Η διαδοχή των ιστορικών γεγονότων είναι τόσο γρήγορη, παράδοξη και ακατανόητη, οι δυνάμεις που τα κατευθύνουν τόσο σκοτεινές και ανεξέλεγκτες, που οι περισσότεροι άνθρωποι αισθάνονται χαμένοι μέσα στον κόσμο της ιστορίας που δεν δημιούργησαν οι ίδιοι.
Το μόνο που μπορούν να κάνουν, είναι να παραιτηθούν από την προσπά¬θεια να κατανοήσουν το παρελθόν και ν' αφήσουν την ιστορία στους ιστορι¬κούς να βάλουν μια τάξη στο χάος.
Οι ιστορικοί λοιπόν θα αναζητήσουν με τον επιστημονικό λόγο να βρουν την αλήθεια, να καταγράψουν τα καθέκαστα περιστατικά, να ερευνήσουν τις αιτίες τους και να προσδιορίσουν τους συσχετισμούς τους. Οι πολιτικοί να κρίνουν και να ζυγίζουν την στρατηγική και την τακτική του παιχνιδιού.
Και μεις, που δεν είμαστε ούτε ιστορικοί ούτε πολιτικοί, δεν έχουμε την πολυτέλεια να μετατρέψουμε τις επετείους ουσίας σε επετείους απουσίας ή σε γιορτές ρουτίνας με τυπικές προσεγγίσεις και επιφανειακές αναδρομές ή και με μεγαλόστομες ρητορικές εξάρσεις, που παρακάμπτουν την ουσία και τη σημασία των γεγονότων.

«Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά - σιγά βουλιάζει

και το λόγο μας τον στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε

από τα μαλάματα το πρόσωπο του,

κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια,

γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει φτερά ». (Σεφέρης)

Ξέρετε, το ζητούμενο δεν είναι η άβαθη πατριδολογία που ξοδεύεται σε λέξεις, επειδή δεν έχει να συντάξει ιδέες ή επειδή φοβάται τις ιδέες. Γιατί έτσι η μεν ιστορία μένει εκτός ιστορίας και όλοι εμείς αποενοχοποιούμαστε βολεμένοι. Όμως άλλη μια φορά δεν είπαμε και δεν ακούσαμε τίποτε.
Το ζητούμενο λοιπόν είναι και να πούμε και να ακούσουμε.
Και φυσικά το πρόβλημα παραμένει πάντα : πώς θα ιστορήσει κανείς τα περασμένα; Πώς θα καταφέρει να ισορροπήσει αντίρροπες δυνάμεις: να μην αποσιωπήσει και να μην παραποιήσει τίποτε -τουλάχιστον συνειδητά-να μην εξιδανικεύσει μεγαλοποιώντας για να γίνει αρεστός;
Από την άλλη παραμονεύει ο κίνδυνος της επανάληψης πραγμάτων που κανείς δεν ακούει πια, ακριβώς όπως τα παιδιά μας στις σχολικές γιορτές κλείνουν τα μάτια και τα αυτιά τους.
Θα μιλήσουμε λοιπόν για μάχες. Θα μπορούσε κάποιος να πει :
Ο πόλεμος δεν ήταν πάντα μια φρίκη, ο άνθρωπος να σκοτώνει τον άνθρωπο; Ναι ήταν. Μα επί τέλους ! Είχε και κάποια ευγένεια και κάποια ομορφιά, όσο κι αν φαίνεται οξύμωρο.
Μπορούσε, όταν κάποιος αγωνιζόταν για τη λευτεριά του, να δημιουργεί επικές χειρονομίες, να εμπνέει. Ήταν ένας αγώνας όπου η παλικαριά έπαιζε τον κύριο λόγο. Ο αγέρωχος και ακατανίκητος πολεμιστής γίνεται η δόξα του τόπου του, ο αθάνατος μύθος. Γίνεται παραμύθι και τραγούδι.
Αρχή της ιστορίας, καλησπέρα σας.
Ο 19ος αιώνας ήταν για τον Ελληνισμό μια μακρά και βασανιστική περίοδος. Στη διάρκεια του η ελληνική κοινωνία αναζήτησε, μέσα από μύριες δυσχέρειες, το εθνικό της πρόσωπο και την εθνική της ολοκλήρωση.
Ο αγώνας των Ελλήνων, μακροχρόνιος, άνισος, με κορυφώσεις ηρωισμού αλλά και με περιόδους κάμψης και κατάπτωσης, μετά από βαρύτατες θυσίες κατέληξε το έτος 1830 στη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους με σύνορα ασφυκτικά, που δεν ανταποκρίνονταν στις προσδοκίες των αγωνιστών, αφού έμεινε μεγάλο κομμάτι της χώρας στα χέρια των Τούρκων.
Η Ελληνική επανάσταση του 1821 έμεινε μισοτελειωμένη. Από τη μια το όνειρο γενεών και γενεών γινόταν πραγματικότητα, το αίμα των πατέρων δεν πήγε χαμένο κι από την άλλη ο πόνος για τις αλύτρωτες πατρίδες, για κείνο το κομμάτι του Ελληνισμού που έμεινε με την απαντοχή της λευτεριάς και ένιωθε προδομένο από την τακτική των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής, που απλώς εξυπηρετούσαν πολιτικές και οικονομικές σκοπιμότητες, χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς. Αυτή άλλωστε ήταν και εξακολουθεί να είναι η ηθική των διεθνών σχέσεων... Στο μεταξύ στις υπόδουλες περιοχές -συγχωρήστε με αν οι εκφράσεις αυτές δεν συμφωνούν με την σύγχρονη αντίληψη για την αποδόμηση της ιστορίας-οι Έλληνες κρατούσαν αναμμένη τη σπίθα της λευτεριάς και απλώς περίμεναν να περάσουν τα δίσεκτα χρόνια και να είναι ευνοϊκές οι συγκυρίες.
Ήδη από το 1853 είχε ξεσπάσει νέος Ρωσοτουρκικός πόλεμος, ο λεγόμενος Κριμαϊκός και η κήρυξη του αναπτέρωσε τις ελπίδες του Ελληνισμού.
Το σκηνικό στις κατακτημένες περιοχές παραμένει το ίδιο. « Εδώ εις την Ήπειρον » , έγραφε σε έκθεση του ο Αυστριακός Πρόξενος Σβέτενικ, « ο κάθε Τούρκος πιστεύει πως αυτός μεν είναι πλασμένος μόνον να διατάσσει, ο δε χριστιανός μόνον να υπακούει και να υπηρετεί...».
Οι ποικιλώνυμοι εξοντωτικοί φόροι που επιβάλλονταν, ιδιαιτέρως στις επαρχίες Ραδοβυζίων και Τζουμέρκων, συνοδεύονταν από τυραννική και απάνθρωπη άσκηση της εξουσίας. Και να σκεφτεί κανείς πως δίπλα ο Βάλτος και τα Άγραφα ανάσαιναν τον αέρα της λευτεριάς.
Το φθινόπωρο του 1853 είναι πια δύσκολο να ησυχάσουν τα πνεύματα.
Όλα δείχνουν ότι προετοιμάζεται εξέγερση.
«Τις ημέρες εκείνες κάνανε σύναξη μυστική τα παιδιά και λάβανε την απόφαση να βγουν έξω σε δρόμους και σε πλατείες με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει: μια παλάμη τόπο κάτω από το ανοιχτό πουκάμισο, με τις μαύρες τρίχες και το σταυρουδάκι του ήλιου όπου είχε κράτος και εξουσία η άνοιξη. Και νωρίς εβγήκανε καταμπροστά στον ήλιο, με πάνω ως κάτω απλωμένη την αφοβιά σαν σημαία ». ( Ελύτης )
Και βέβαια κανένας από κείνους τους ορεσίβιους δεν ήταν ήρωας με την εξιδανικευμένη έννοια του όρου. Ήταν άνθρωποι με πάθη, αδυναμίες και φιλοδοξίες που οδηγούσαν σε αντιπαλότητες ακόμη και στη διάρκεια του αγώνα. Πίστεψαν όμως στη λευτεριά και στην αξιοπρέπεια.
Ήταν, ας το πούμε αλλιώς, άντρες και ήξεραν πώς πεθαίνει ένας άντρας. Ήξεραν πως «κερδίζει κανείς το θάνατο του- το δικό του θάνατο, που δεν ανήκει σε κανέναν άλλο και τούτο το παιχνίδι είναι η ζωή...».
Ο καθένας μοναχός του έπαιρνε τις αποφάσεις του -είτε το μήνυμα έφτανε ξεκάθαρα ως το μυαλό του είτε σάλευε κρυμμένο στη σκοτεινιά της ψυχής του- όλοι λίγο πολύ το ήξεραν πως το παιχνίδι της ζωής και του θανάτου θα το έπαιζαν χωρίς πολλές ελπίδες.
Πολεμούσαν το «Δεν» και το «Αδύνατον» του κόσμου ετούτου. Είχαν εννοήσει πως το πιο εκπληκτικό, το πιο επιβλητικό και το πιο μεγάλο στη ζωή είναι, όταν ένας άνθρωπος αποφασίζει να σηκώσει το κεφάλι του και να γενεί ένας με τους πολλούς και όλοι μαζί ένα σώμα.
Γιατί αν δεν μπορείς να εγερθείς, δύο πράγματα σου μένουνε: ή να παραμείνεις δούλος ή να πεθάνεις.
Είχαν ακέραια την συνείδηση πως κάποτε στη ζυγαριά δεν βαραίνουν μήτε η ζωή, μήτε ο θάνατος, όσο βαραίνει κάτι άλλο : αυτό που λέμε ανθρω¬πιά, αξιοπρέπεια, χρέος, τιμή, λευτεριά. Όλα αυτά, όταν τα ακούμε τώρα σε ανούσιους πανηγυρικούς, μας εκνευρίζουν γιατί σήμερα είναι λέξεις κενές, παραπλανητικές, ύποπτες κιβδηλείας και καπηλείας.
Όμως τότε δεν ήταν λέξεις. Ήταν πλήρωμα και σκήνωμα ζωής. Άνοιξαν την καρδιά τους, τα συμφώνησαν, δώσανε τα χέρια και ύστερα έστειλαν χαμπέρι στην εξουσία. Και τότε ακριβώς το ύψος του λογισμού τους έφτασε στο μπόι της ελευθερίας.
Το Δεκέμβρη του 1853, ένοπλες ομάδες των Ελλήνων τής περιοχής άνω Ραδοβυζίου συγκρούονται με τον τούρκικο στρατό στη Σκουληκαριά και στο Δημαριό και νικούν, μετά δε από τις συμπλοκές αυτές ολάκερο το ορεινό Ραδοβύζι βρίσκεται σε επαναστατικό αναβρασμό.
Στις 15 Γενάρη 1854, στο χωριό Μπότση ( Μεγαλόχαρη ), πάρθηκε η επίσημη απόφαση του ξεσηκωμού. Εκεί υψώνουν σημαία -κυανή με λευκό σταυρό, μέσα στον οποίο είναι γραμμένο το «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ» και γύρω από τον σταυρό το «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ».
Διατρανώνουν πως συνεχίζουν τον αγώνα του '21 και πως δεν * πρόκειται να αφήσουν τα όπλα παρά μόνο αν λευτερωθούν.
Να μνημονεύσουμε τους πρωτεργάτες, χωρίς να παραγνωρίζουμε την πολύτιμη παρουσία όσων δεν αναφέρονται : Ιωάννης Κοσσυβάκης, Δημήτριος Κόκκας, Κώστας Κοσμάς, Βασίλειος Νάκος, Ντούλας Βάσος, Κολιός Μαυρομάτης, Κώστας Πάνου Στούμπος, Δημήτριος Σκαλτσογιάννης, Γεώργιος Κατσικογιάννης, Κώστας Ντερέκος, Καραγιάννης Κοτζίλας, Κώστας Τσιγαρίδας.
Οι Τούρκοι της Άρτας μαθαίνοντας για την συγκέντρωση άρχισαν τα αντίποινα για εκφοβισμό, καταδιώκοντας και λεηλατώντας την πόλη ( η ιστορία επαναλαμβάνεται : πάντα οι κατακτητές τα ίδια κάνουν ) και ταυτόχρονα έστειλαν ισχυρό απόσπασμα για να διαλύσει τους συγκεντρωμένους στην Μπότση.
Στις 16 Γενάρη 1854, οι Τούρκοι επιτέθηκαν στους επαναστάτες στην περιοχή της Μονής, όμως συνάντησαν σθεναρή αντίσταση και αναγκάστηκαν να συμπτυχτούν στο χωριό Καταβόθρα (Αστροχώρι), όπου μέτρησαν 83 νεκρούς, πάνω από 100 λαβωμένους και 10 αιχμαλώτους στα χέρια των Ελλήνων.
Πολλούς από τους νεκρούς τους έθαψαν στην περιοχή που και σήμερα λέγεται «στα Τουρκομνήματα» και -χωρίς ανάσα- οπισθοχώρησαν στην Άρτα.
Οι επαναστάτες του Ραδοβυζίου, ενθουσιασμένοι από την απροσδόκητη ταχεία εξέλιξη των γεγονότων, στις 20 Γενάρη 1854 απηύθυναν προκήρυξη στις Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης, εκθέτοντας τους σκοπούς του αγώνα και ζητώντας την συμπαράσταση τους.
Τους υπενθυμίζουν το χρέος τους σε 'κείνους που έσωσαν την Ευρώπη από τον Περσικό κίνδυνο και συνάμα τους μεταλαμπάδευσαν την γνώση και τον λόγο.
Απευθύνονται όμως και στους Μωαμεθανούς κατοίκους της περιοχής και τους ζητούν να πάρουν τα όπλα κατά του Τούρκου τυράννου, υποσχόμενοι ελευθερία, ισονομία, τιμή, ατομική ασφάλεια.
Ο σπόρος του Ρήγα για γενικό ξεσηκωμό δεν είχε πάει χαμένος.
Ο ενθουσιασμός για τις νίκες των επαναστατημένων Ραδοβυζινών εξαπλώνεται πριν τελειώσει ο Γενάρης σ' όλη την Ήπειρο, ενώ το επαναστατικό κλίμα περνά άμεσα στην γειτονική ορεινή Θεσσαλία και λίγο αργότερα -στις αρχές Απρίλη 1854- στην Δυτική Μακεδονία. Δεν ήθελε και πολύ άλλωστε, μιας και :

«Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό. Αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτω από τα ξένα βήματα. Όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Τα μάτια τους είναι κόκκινα από την αγρύπνια. Το χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι, το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους, το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους κι έχουν στα χείλη τους επάνω το θυμό κι έχουνε τον καημό βαθιά-βαθιά στα μάτια τους σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι...». ( Ρίτσος )

Στο μεταξύ στα Ραδοβύζια, οι μάχες διαδέχονταν η μια την άλλη, νικηφόρες για τους Έλληνες, που αριθμούσαν ήδη 800 ένοπλους.
Καταλαμβάνεται από τους επαναστάτες το Κομπότι και το Πέτα, απελευθερώνεται όλη η ορεινή ύπαιθρος, το Άνω και το Κάτω Ραδοβύζι, καθώς και τα Τζουμέρκα.
Η εξέγερση δημιούργησε μεγάλη αναστάτωση και αποτελούσε σοβαρό αντιπερισπασμό για την ήδη εμπόλεμη -με την Ρωσία- Σουλτανική Τουρκία, ενώ οι επαναστατημένοι ενισχύονταν υλικά και ηθικά από το λαό της ελεύθερης Ελλάδας και γόνοι των παλαιών αγωνιστών του '21, μεταξύ τους και ο μοναχογυιός του «στρατάρχη της Ρούμελης», ο Σπύρος Καραϊσκάκης, σπεύδουν να ενταχθούν στις τάξεις τους.
Στο μεταξύ η Τουρκικές αρχές προσπαθούν να συνδιαλλαγούν με τους επαναστάτες. Αξίζει τον κόπο να διαβάσουμε την απάντηση που έδωσαν οι Ηπειρώτες Έλληνες στη διακήρυξη του Διοικητή της Αρτας Φουάτ-Εφένδη περί αμνηστίας τους εάν καταθέσουν τά όπλα:

«Εμείς οι πρώην ραγιάδες και λοιποί κατηραμένοι του σουλτάνου ως προχθές καθόμασταν στα καρφιά και όχι στο ραχάτι μας, κατά πως λέει η αφεντιά σου. Και βλέποντας πως από τα δοσίματα δεν μας έμεινε ούτε σάλιο στο στόμα. Ακούσαμε ότι από φιλανθρωπία οι Εγγλέζοι και οι Φραντσέζοι λένε άκοπα στο Σουλτάνο να δώσει Σύνταγμα και ξέρουμε πως ο Σουλτάνος εάν δώση Σύνταγμα γίνεται άπιστος στον Μουχαμέτη και πως όλα αυτά τα φράγκικα χαμπέρια θα κάνουν να φάη τον Σουλτάνο το μαύρο φίδι. Αυτή λοιπόν η δική μας διάθεσις και εις αυτήν εκδώσαμε καράρι και εν συντόμω σου την φανερώνουμε με λίγα λόγια και καλά Μπέη Εφένδη. Αυτά λοιπόν έστω προς γνώσιν σου και ούτω να ακολουθήσης το δρόμο απ' όπου ήλθες και καλώς αντάμωσες στο Βυζάντιον, αν δεν φύγης απ' εκεί προτού έλθουμε εμείς... ».

Έτσι λοιπόν η Οθωμανική αυτοκρατορία διέκοψε τις διπλωματικές σχέσεις με την Ελλάδα στις 10 Μάρτη 1854, θεωρώντας ότι βρίσκεται και σε εμπόλεμη κατάσταση μαζί της και ζητά την επέμβαση των Αγγλογάλλων.
Και τι κάνουν οι δήθεν Προστάτιδες Δυνάμεις; Μα φυσικά αυτό που ξέρουν καλά : προσπαθούν να διασπάσουν την ενότητα των επαναστατημένων και να παραλύσουν το ηθικό τους και όταν αποτυχαίνουν εφαρμόζουν μια παλιά δοκιμασμένη συνταγή από τα τόσα χρόνια της αποικιοκρατίας τους.
Αφού έχουν εγγυηθεί για την ακεραιότητα της Τουρκίας και πολύ ανησυχούν για την εξέλιξη του Κριμαϊκού πολέμου με την Ρωσία, επιβάλλουν ναυτικό αποκλεισμό στο λιμάνι του Πειραιά, ενώ αγήματα τους καταλαμβάνουν τον Πειραιά, την Αθήνα, την Χαλκίδα, τις Σπέτσες, το Ναύπλιο, την Πάτρα καθώς και μερικά πλοία του Ελληνικού πολεμικού στόλου.
Ο αποκλεισμός κράτησε 5 μήνες και με την «ανθρωπιστική» αυτή βοήθεια των Ευρωπαίων δήθεν συμμάχων μας, πέθαναν από πείνα τρεις χιλιάδες από τους 30 χιλιάδες που κατοικούσαν τότε στην Αθήνα.
Σήμερα, όλη αυτή την επιχείρηση θα την βάφτιζαν -χωρίς να κοκκινίζουν από ντροπή- «ειρηνευτική αποστολή» και τους θανάτους «παράπλευρες απώλειες».
Κάτω από την αφόρητη πίεση των ξένων δυνάμεων, ο τότε βασιλιάς της Ελλάδας Όθωνας, αναγκάστηκε να αποκηρύξει την Ηπειρωτική επανάσταση, να ορίσει νέα φιλοαγγλογαλλική-κατοχική κυβέρνηση (απλώς του ξαναθύμισαν το διακοσμητικό του ρόλου του...) και να θέσει εκτός νόμου τους συλλόγους στρατολογίας εθελοντών και τις επιτροπές εράνων.
Η επανάσταση, στερημένη από κάθε αναγκαίο υλικό εφόδιο και «καταραμένη» από τις μεγάλες δυνάμεις εκφυλίστηκε για να σβύσει τελικά τον Μάη του 1854 στην Ήπειρο και λίγο αργότερα στη Θεσσαλία.
Στις 12 Μάη έγινε η τελευταία ηρωική μάχη στη Σκουληκαριά όπου οι απελπισμένοι επαναστάτες ηττήθηκαν και υποχώρησαν από έλλειψη πυρομαχικών. Ετσι οι Τούρκοι προχώρησαν ανενόχλητοι, την λεηλάτησαν και την έκαψαν, όπως και την Καταβόθρα (Αστροχώρι), την Σουμερού (Μεσόπυργο) και όλα τα χωριά του άνω Ραδοβυζίου, «την δε Μπότση μετέβαλλον εις στάχτην», όπως περιγράφει ο Αρτινός ιστορικός συγγραφέας Δ.Φ.Καρατζένης. Σελίδες λησμονημένων σήμερα ηρωισμών, θυσιών και ολοκαυτωμάτων. Ποιοι είναι αυτοί που αναλίσκονται περήφανοι ; Το σώμα τους το ανθρώπινο δεν τους πονά ;
Λένε πως άνθρωπος θα πει, επτά φορές να πέφτεις και να σηκώνεσαι οκτώ. Θα περίμενε κανείς πως οι αποτυχίες, τα βασανιστήρια και οι καταστροφές των χωριών που εφάρμοζαν ως αντίποινα οι Τούρκοι, θα κούραζαν και θα εξασθενούσαν την αγωνιστικότητα των υπόδουλων Ελλήνων. Όμως :
«Σαν έπεσε η βαλανιδιά άλλοι κόψανε ένα κλαδί, το μπήξανε στο χώμα καλώντας για προσκύνημα στο ίδιο δέντρο, άλλοι θρηνούσαν σ' ελεγεία το χαμένο δάσος, τη χαμένη τους ζωή,άλλοι υποστήριζαν πως όσο υπάρχουν γη και σπόροι, υπάρχει δυνατότητα βαλανιδιάς.» ( Πατρίκιος )
Και τα βάρη αυξάνονταν. Το 1866 οι Ραδοβυζινοί έγραψαν στον Καϊμακάμη της Άρτας: « Εδώσαμεν από τα καθημερινά μας συμπέπια, ταις πράγκαις μας, φυλακαίς, χοσιάδες δερβεναγάδες. Καιρός δεν μας μένει να τηρά-ξωμεν τη δουλειά μας και την κακομοιριά μας. Ζαπιέδες έχομεν δια τα βασιλικά δοσίματα και πού να τα εύρωμεν; Εφθάσαμεν εις την απελπισίαν, όπου εάν δεν εισακουσθούν τα δίκαια μας, αλλοίμονον εις ημάς».
Και επειδή οι πιέσεις και οι αυθαιρεσίες συνεχίζονται, πολλοί καταφεύγουν στα βουνά.
Τον Αύγουστο του 1866 ξεσπά για μια ακόμη φορά επανάσταση στην Κρήτη, η Τουρκία έχει ανάγκη χρημάτων και έτσι ενθυμείται πάλι τους «πιστούς» της υπηκόους.
Τα στρατιωτικά μέτρα που παίρνει η Τουρκική διοίκηση στην περιοχή, είναι ενδεικτικά του φόβου της Υψηλής Πύλης για νέες επαναστατικές ενέργειες στα Ραδοβύζια.
Ταυτόχρονα, προβαίνει σε διωγμούς, συλλήψεις και φυλακίσεις ανθρώπων που θεωρούνται ικανοί να εξεγείρουν τους κατοίκους. Πρώτος συλλαμβάνεται ο Ιωάννης Κοσσυβάκης, πρόκριτος του Ραδοβυζίου και ηγέτης της επανάστασης του 1854, από το χωριό Μπότση.
Οδηγείται στα Γιάννινα αλλά μετά από λίγες μέρες, οι Τουρκικές αρχές τον αφήνουν προσωρινά ελεύθερο να επιστρέψει στο Ραδοβύζι.
Στο μεταξύ όμως, Τούρκοι στρατιώτες λεηλατούν όχι μόνο το σπίτι του Ιωάννη Κοσσυβάκη αλλά και τα σπίτια πολλών άλλων κατοίκων στα χωριά του άνω Ραδοβυζίου.
Με την επιστροφή του γηραιού ηγέτη συγκροτούνται αμέσως ένοπλα τμήματα πού καταδιώκουν τα Τούρκικα αποσπάσματα.
Μετά από αυτά τά γεγονότα, την 1η Δεκέμβρη 1866 κηρύσσεται η αναμενόμενη επανάσταση.
Στη γέφυρα του «Κοράκου» στον Αχελώο και στην περιοχή Γρέβιας -Μηλιανών οι οχυρωμένοι Ραδοβυζινοί επαναστάτες, ενισχυμένοι και από τους Αγραφιώτες αδελφούς τους, νικούν για μια ακόμη φορά τους Τούρκους.
Ομως, οι δυνατοί του κόσμου είχαν άλλα σχέδια, φοβούμενοι περιπλοκές στα Βαλκάνια και συνιστούν -δηλαδή απροκάλυπτα επιβάλλουν- στην Ελληνική Κυβέρνηση να αποφύγει κάθε ενίσχυση ή ενθάρρυνση των επαναστατικών κινημάτων στο τουρκικό έδαφος.
Έτσι, για άλλη μια φορά λείπουν τά αναγκαία πολεμοφόδια, τά τρόφιμα, τα χρήματα και το πιο σπουδαίο, η ενθάρρυνση από την επίσημη Ελλάδα.
«Το ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν, γεμίζουν τώρα τα όπλα τους μόνο με την καρδιά τους.
Τόσα χρόνια πολιορκημένοι, όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε. Πάνω στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους». ( Ρίτσος )
Αναπόδραστα η επανάσταση σβήνει ημέρα με την ημέρα. Η ληξιαρχική πράξη θανάτου γράφεται τον Αύγουστο του 1867.
Τα Βαλκάνια όμως και η ευρύτερη περιοχή πάντοτε ήταν και είναι ένα «καζάνι που βράζει» ( οι ιστορικοί χαρακτηρίζουν την περιοχή σαν την μπαρουταποθήκη της Ευρώπης ) και επί πλέον οι διαφορές των Ρώσων με τους Τούρκους δεν έχουν ακόμη λυθεί.
Στις 12 Απρίλη 1877 κηρύσσεται νέος Ρωσο-τουρκικός πόλεμος. Όλα δείχνουν ότι ο «μεγάλος ασθενής του Βοσπόρου» ψυχορραγεί, παρά τα δεκανίκια που του προσφέρουν οι Αγγλογάλλοι, για να ανακόψουν την έξοδο της Ρωσίας στο Αιγαίο, μέ ό,τι αυτό σημαίνει για την διεθνή οικονομία και την πολιτική.
Κι αφού : « Σε τούτα δω τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει,
μηδ' αλυσίδα στου Ρωμιού και στ' αγεριού το πόδι...» (Ρίτσος)
τον Γενάρη του 1878 ξαναρχίζει η επανάσταση στα Ραδοβύζια.
Να θυμίσουμε τις νικηφόρες μάχες στήν Πλάκα, στό Δημαριό, στό Κλείτσοβο (Κλειδί). Όμως και πάλι οι επαναστάτες παραμένουν χωρίς πολεμοφόδια και -το πιο σημαντικό- μετά την ατυχή εισβολή της Ελλάδας στη Θεσσαλία και ό,τι επακολούθησε, η σχέση της αδύναμης Ελληνικής κυβέρνησης με τα κινήματα των υπόδουλων αδελφών είναι τελείως ξένη.
Και η επανάσταση καθημερινά εξασθενεί, ώσπου σβήνει.
Ποιος είπε ότι η ιστορία είναι μόνο λαμπρές σελίδες εποποιίας, ηρωισμού, δόξας; Είναι και αυτό. Είναι όμως κιόλας σελίδες αιματοβαμμένες, γεμάτες πόνο κι οργή, ιδιαίτερα όταν συνειδητοποιεί κανείς ότι οι ζωές των ανθρώπων παίζονται σε μια παγκόσμια σκακιέρα, όπου κυριαρχεί η συνδιαλλαγή, τα ψυχρά οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα...
Και ενώ έχει ξεκινήσει το Συνέδριο του Βερολίνου στις 17 Ιούνη του 1878 και όλα δείχνουν πως οι Μεγάλες Δυνάμεις προτίθενται να ικανοποιήσουν μερικώς την Ελληνική υπόθεση, οι αγριότητες των Τούρκων κατά των Ελλήνων στην Αρτα και στις επαρχίες της συνεχίζονται.
Χρειάστηκε να περάσουν τρία χρόνια αβεβαιότητας και διπλωματικών παρασκηνιακών ενεργειών, μέχρι που να επιτευχθεί η παραχώρηση στην Ελλάδα ολόκληρης σχεδόν της Θεσσαλίας και από την Ηπειρο της Αρτας και του μικρού ανυπότακτου τμήματος Ραδοβυζίων και Τζουμέρκων μέχρι τον ποταμό Αραχθο.
Αίμα χαμένο, αίμα κερδισμένο...
Επί τέλους, στις 24 Ιούνη 1881 τα Ελληνικά στρατεύματα μπαίνουν στην Άρτα μέσα σε έξαλλους πανηγυρισμούς, ενώ το 3° Τάγμα Ευζώνων στρατοπεδεύει στη Σκουληκαριά και συμβολικά καταλαμβάνει τα χωριά της περιοχής Ραδοβυζίου.
Πέτυχαν λοιπόν οι επαναστάσεις το σκοπό τους. Άξιζε όμως τόσο αίμα, τόσες θυσίες ;
Άξιζε, απαντάμε μεμιάς, τόσο και παραπάνω.
Ακριβώς γιατί έτσι νιώθουμε ότι διαφεντεύουμε τη ζωή μας και δεν σκύβουμε υπομονετικά το κεφάλι «σφάξε με αγά μου ν' αγιάσω », άν θέλουμε να λεγόμαστε άνθρωποι.

«Πόσο παράξενα αντρειεύεσαι μιλώντας για τους πεθαμένους! Δύσκολος πόνος να νιώθεις τα πανιά του καραβιού σου φουσκωμένα από τη θύμηση
και την ψυχή σου να γίνεται τιμόνι...» ( Σεφέρης )

Να θυμόμαστε. Η άρνηση να ξεχάσουμε μπορεί να γίνει μαγιά σοφίας.
Μ' αυτήν η ζωή ξαναβρίσκει το νόημα της και εμείς όλοι μαθαίνουμε τι σημαίνει γνώση, σοφία, ποίηση, επιείκεια. Μόνον η μνήμη είναι το όπλο που έχουμε να αντισταθούμε στη φθορά του χρόνου και σε κάθε μορφή εξουσίας.
Γιατί είναι η ίδια μας η ύπαρξη που αντιστέκεται. Η λήθη είναι ένα διαμπερές τραύμα του πνεύματος. Ας εμβαπτιζόμαστε λοιπόν στη μνήμη κι ας πονάμε.
Ο πόνος μετουσιώνεται σε χαρά όταν, αφού γνωρίζουμε ότι ο χρόνος είμαστε εμείς, μπορούμε να αλλάξουμε τους εαυτούς μας, τη ροή του χρόνου, τη ροή της ανθρωπότητας.
Αρκεί να μη στεκόμαστε στο τυφλό μίσος, στην μνησικακία και στην αντεκδίκηση, που δίνουν το προβάδισμα στο δικαίωμα του αίματος. Γιατί αυτή είναι η σκοτεινή όψη της μνήμης, που αλυσοδένει τους ανθρώπους στο παρελθόν, απολιθώνοντας τους σαν το πρόσωπο της Μέδουσας.
Μια μνησίκακη ιστορική μνήμη παλαιών αγώνων, τραυμάτων που δεν επουλώθηκαν εδώ και αιώνες, η οποία οδηγεί άτομα και κοινότητες να αναπαριστούν συνεχώς τις αδικίες που υπέστησαν, συνεχίζοντας έτσι την αλυσίδα του μίσους, των αντεκδικήσεων και των βιαιοτήτων.
Χρειάζεται να ξέρουμε, να θυμόμαστε, αλλά χρειάζεται να ξέρουμε και να υπερβαίνουμε την οδύνη της ανάμνησης. Οι φωνές των παππούδων μας φωνάζουν : «Δικαιοσύνη». Ποτέ τους δεν φώναξαν : «εκδίκηση».
Γιατί η αρετή και η τόλμη τούς είχε χαρίσει την γενναιότητα που δεν καταδέχεται μια τέτοια πληρωμή.
Ας μην προκαλούμε λοιπόν την μνήμη τους. Ας τους αφήσουμε τουλάχιστον την ομορφιά της.
Δυστυχώς στην εποχή μας έχουμε την εντύπωση πως η φιλοπατρία εκδηλώνεται μόνο σε περιπτώσεις εξωτερικής απειλής ή σε πολεμικές περιόδους.
Έτσι, ενώ θεωρητικά υποστηρίζουμε τα εθνικά «ιδεώδη και συμφέροντα», πρακτικά δεν διστάζουμε να διασπαθίζουμε το δημόσιο χρήμα, να καταστρέφουμε το περιβάλλον, να κοιτάζουμε την βόλεψή μας.
Και ακόμη ανεχόμαστε να διεκδικούνται εδάφη με την λογική των ποσοστών της πληθυσμιακής υπεροχής, να ξεριζώνονται πληθυσμοί από πατρογονικές εστίες, να διώκονται μειονότητες για την επίτευξη της εθνοκάθαρσης, να επιδιώκεται φυλετική και ιδεολογική ομοιογένεια με φρικιαστικές γενοκτονίες.
Κυρίες και κύριοι,
Η στιγμή είναι που έχει σημασία και όχι ο χρόνος. Η στιγμή είναι η έμπνευση, ο χρόνος είναι σκέψη. Και η έμπνευση δεν έγινε ποτέ φίλη με την περίσκεψη. Η στιγμή είναι που αφήνει σημάδια.
Ο χρόνος αφήνει πολλές φορές πληγές. Η σπίθα, η αστραπή, είναι που θυμάσαι. Και ήταν η στιγμή που φυλάκισε σε δύο μόνο λέξεις τους αγώνες για την ελευθερία, την τραγωδία, την ελπίδα, την προσμονή, την πίστη, την απειλή, την υπενθύμιση, την πεποίθηση : «Δεν ξεχνώ» !
Δύο τόσες δα λεξούλες κι αυτό ήταν ! Οκτώ μόλις γράμματα της αλφαβήτας συγκέντρωσαν και έκλεισαν στις γραμμές τους την δύναμη εκατομμυρίων «giga», την ορμή χιλιάδων ποταμών και ρεμάτων. «Δεν ξεχνώ» !
Ένα μόριο και ένα ρήμα, χρυσοπράσινα φύλλα ριγμένα στο πέλαγο του κόσμου, που το πάει και το φέρνει το ποτάμι του πολέμου, της παράνοιας.
Και δεν έχουν πια πατρίδα αυτές οι δύο λεξούλες. Μπορεί να τις χαράξει στο μυαλό του ή στον τοίχο ο Βαρνάβας από την Κύπρο, ο Σαρίφ από την Γάζα, ο Γιτζάκ από την Χάιφα, ο Σαϊντ από την Βαγδάτη, ο Ράντοβαν από το Βελιγράδι.
«Δεν ξεχνώ» γιατί δεν θέλω να ξεχάσω. Μια μικρούλα φράση αρνητική, γεμάτη θετική αύρα που φέρνει η ελπίδα για κάτι καλύτερο !
Όσο κι αν η «διεθνής κοινή γνώμη» από τα Μέσα Μη Ενημέρωσης προσπαθεί να πείσει για το αντίθετο, όσο κι αν οι υποστηρικτές και οι κοινωνοί των αρχών που επιμόνως «θάβονται», λοιδωρούνται από τους «παντογνώστες», οι δύο μικρές λεξούλες μεταφράζονται σε πολλές, πάρα πολλές γλώσσες, δεν είναι δυνατό να παραγραφούν.
«Δεν ξεχνώ» γιατί τι τους έπιασε ξαφνικά τους Αμερικανούς και θέλουν να συμφιλιώσουν λαούς, οι οποίοι έχουν ιστορικές «εκκρεμότητες»;
Γιατί επιδιώκεται πάση θυσία η εξάλειψη των «αρνητικών αναφορών», όπως λέγονται, από τα βιβλία Ιστορίας τέτοιων χωρών όπως η Ελλάδα και η Τουρκία ;
Γιατί το Στέιτ Ντιπάρτμεντ στα πλαίσια του «προγράμματος κοινής ιστορίας και αποδόμησης θεμάτων εθνικού μίσους», μαζί με το αμερικάνικο πανεπιστήμιο Κολούμπια, το τουρκικό «Σαμπανσί» και το δικό μας «Πάντειο», καθώς και τις πρεσβείες των ΗΠΑ στην Άγκυρα, Αθήνα και Λευκωσία, συγκρότησε ειδική ομάδα μελέτης γεγονότων όπως η Μικρασιατική Καταστροφή και η εισβολή στην Κύπρο, εξάλειψης δηλαδή των αρνητικών αναφορών;
Φαίνεται πως τα έθνη και οι λαοί, τα κοινωνικά κινήματα, οι αγώνες και οι συγκρούσεις των ανθρώπων θεωρούνται επικίνδυνα σε έναν κόσμο που, όπως θέλει να μας πείσει ο διεθνής καπιταλισμός, «δεν έχει χτες, έχει μόνο σήμερα».
ΟΜΩΣ ΟΧΙ. «Δεν ξεχνώ», γιατί δεν μου επιτρέπεται να ξεχάσω...
Δεν μου το επιτρέπουν οι αγώνες του λαού μας, οι μάνες των παιδιών στην Κύπρο που αγνοούνται, ακόμη η γυναίκα του φαντάρου που έχει απαχθεί, η συμμαθήτρια του μικρούλη που έχασε τα χέρια του στη Βασόρα, τα παιδιά του σμηναγού Ηλιάκη που χάθηκε στο Αιγαίο.
Δεν μπορώ να ξεχάσω, γιατί δεν μ' αφήνουν τα βιβλία μου, που σήμερα θεωρούνται ξεπερασμένα και το σύστημα τα αφανίζει με τον τρόπο του, δεν μ' αφήνουν οι «παππούδες μου» ο Περικλής κι ο Θουκυδίδης, ο Νικηφόρος κι ο Διγενής κι ο γιος της Άννας της Κομνηνής, ο Αϊ Γιώργης Καραϊσκάκης... Της λευτεριάς οι παππούδες «από δρυ κι από οργισμένον άνεμο» που
: «Μερόνυχτα έπαιζαν το κρυφτό με τον θάνατο σε κάθε γωνιά και σε κάθε σοκάκι και λαχταρούσαν ξεχνώντας το δικό τους κορμί να χαρίσουν στους άλλους μιαν άνοιξη». (Αναγνωστάκης) Δεν μ' αφήνουν να ξεχάσω οι δίσκοι με τα χαράγματα του χρόνου, τα παιδιά που τα έλεγαν αλήτες, οι αφίσες με τα συνθήματα και τον άντρα με το πούρο.
«Τα θεμέλια μου στα βουνά και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους και πάνω τους η μνήμη καίει, άκαυτη βάτος. Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο...» ( Ελύτης )
λέει ο ποιητής, μνήμη του λαού μου σε λένε Ραδοβύζια και Τζουμέρκα, θα συμπληρώναμε...
Δεν μπορώ να ξεχάσω, επειδή «Δεν ξεχνώ» ! Κι αυτό γιατί θυμάμαι καλά.
Δεν είναι εύκολο να μας κάνουν να ξεχάσουμε, γιατί δεν είμαστε λίγοι.
Και δεν είμαστε μόνον εδώ ή εκεί ! Είμαστε πια παντού ! Και λέμε «όχι» αν χρειαστεί, αψηφώντας την κινδυνολογία και τις απειλές των βολεμένων μανικετόκουμπων.
«Δεν ξεχνώ », γιατί διαβάζω, γιατί δεν αρκούμαι στο να ακούω ή να βλέπω χωρίς να λειτουργώ. Κι επειδή θυμάμαι, μαθαίνω. Κι επειδή μαθαίνω, ανησυχώ και συμμετέχω. Κι επειδή θέλω να μην ξεχάσω, ψάχνω. Κι επειδή ψάχνω, ζω!
Πώς και γιατί χάνεται η μνήμη; Μήπως μας διέφυγε κάτι στην πορεία των αιώνων; Και τι ακριβώς είναι αυτό; Ποιοί είμαστε σαν Έλληνες, ποιος ο τόπος μας, για πού αρμενίζει, ποιά είναι τα μυστικά της ιστορικής μας μοίρας;
Με τι άλλο παρά με τις συντεταγμένες της μνήμης και την ελπίδα του μέλλοντος, μπορεί να ορίζεται ένας τόπος ;
«Όμως ετούτος ο τόπος που τον πελεκούν και που τον καίνε σαν τον πεύκο, και τον βλέπεις, ρίζωσε μέσ' στο μυαλό και δεν αλλάζει. Ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.» (Σεφέρης)

Κυρίες και κύριοι,
Κοιτάξτε τον χάρτη της Ελλάδας ! Είναι ο τόπος μας. Έχει σώμα, αίμα, δάκρυα, μνήμη, ελπίδα. Ποιος αγαπάει αληθινά αυτόν τον τόπο; Ποιος πονάει γι' αυτήν την πατρίδα - βραχόκηπο στη μέση της θάλασσας ;
Οι έμποροι της πολιτικής ελπίδας, οι διασκεδαστές, οι ανονείρευτοι που έχουν το θράσος να διεκδικούν τα όνειρα μας ή οι πονεμένοι, οι μελαγχολικοί, οι απροσκύνητοι ;
«Να' ρχονται πίσω από τα βουνά πρόγονοι σε ασπρόμαυρο. Να' ρχονται από τα χαλάσματα στοιχειά. Να σμίγουν στα σταυροδρόμια και στις χωραφιές, του χτες και του σήμερα.

Να παίρνει αίφνης χρώμα η μνήμη. Μα πάλι, κάποια αμφιβολία, το γκρίζο να καλεί. Το χρώμα του χρόνου και της απουσίας. Να 'ρχονται τόποι κι άνθρωποι. Να 'ρχονται θρήνοι και χαρές. Να 'ρχεται πάλι η ζωή...» ( Στρ. Στασινός )

Γι' αυτό :
«Ας φωνάξουμε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη και να τη σπείρουν. Ό,τι πέρασε, πέρασε σωστά.» ( Σεφέρης)
Καιρός, λοιπόν, του σπείρειν και του θερίζειν. Είναι τίμιο να μην προσερχόμαστε μονάχα στο θερισμό.


Μαρία Δέτσικα
Φιλόλογος
avatar
ΑΛΚΗΣ
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 309
Ημερομηνία εγγραφής : 25/04/2010
Ηλικία : 50
Τόπος : Αστροχώρι Αρτας

http://astrohori.blogspot.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης